απολυμαίνω


απολυμαίνω
απολυμαίνω, απολύμανα βλ. πίν. 44

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απολυμαίνω — (Α ἀπολυμαίνομαι) νεοελλ. καταστρέφω τα νοσογόνα μικρόβια αρχ. ( αίνομαι) 1. καθαρίζω με λουτρό 2. εξαγνίζω …   Dictionary of Greek

  • απολυμαίνω — [аплимэно] ρ. дезинфицировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απολυμαίνω — ανα, άνθηκα, ασμένος, καθαρίζω από τα νοσογόνα μικρόβια, εξυγιαίνω: Συνεργεία των υγειονομικών υπηρεσιών θα απολυμαίνουν όλους τους κοινόχρηστους χώρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλλάζω — (Α ἀλλάσσω, αττ. ἀλλάττω και διαλεκτικά ἀλλάζω) Ι. (μτβ.) 1. κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν μέχρι τώρα, μεταβάλλω, αλλοιώνω, διαφοροποιώ 2. (αρχ. και μεσ.) δίνω ή παίρνω κάτι με αντάλλαγμα, ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή 3. αντικαθιστώ,… …   Dictionary of Greek

  • απολύμανση — Η καταστροφή των παθογόνων μικροοργανισμών· στην καθομιλουμένη ο όρος σημαίνει συνηθέστερα την εξόντωση των σπόρων στο περιβάλλον και στην επιφάνεια του σώματος, ενώ απολυμαντικά λέγονται και μερικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό του… …   Dictionary of Greek

  • κλιβανίζω — 1. βάζω κάτι στον φούρνο για ψήσιμο 2. αποστειρώνω, απολυμαίνω κάτι σε ειδικό κλίβανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλίβανος. Η λ., στη μέσ. φωνή κλιβανίζομαι, μαρτυρείται από το 1872 στον Α. Καραγιάννη στο Δεισιδαιμονίας δοκίμων] …   Dictionary of Greek

  • περιθειώ — όω, Α καθαρίζω με θειάφι, απολυμαίνω ολόγυρα με καπνό από θειάφι. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + θειῶ (< θεῖον)] …   Dictionary of Greek

  • πλύση — η / πλύσις, εως, ΝΜΑ [πλύνω] το να πλένει κανείς κάτι ή να πλένεται, ο καθαρισμός με νερό νεοελλ. 1. ο καθαρισμός τών ρούχων με νερό και απορρυπαντικά, η μπουγάδα («έχουμε πλύση») 2. (σχετικά με πληγές) απολυμαίνω με αντισηπτικό («πλύσεις με… …   Dictionary of Greek

  • υποκαπνίζω — ὑποκαπνίζω ΝΜΑ παράγω καπνό για θεραπευτικούς σκοπούς νεοελλ. απολυμαίνω κλειστό χώρο με υποκαπνισμό μσν. αρχ. βάζω φωτιά και παράγω καπνό κάτω από κάτι …   Dictionary of Greek